Τα διδάγματα μιας πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής αποτυχίας
Η κρίση των Ιμίων συνιστά εθνική αποτυχία της Μεταπολίτευσης. Πρόκειται για το αποτέλεσμα βαθιάς ανεπάρκειας στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο λήψης αποφάσεων, με έναν πρωθυπουργό που είχε μόλις αναλάβει.
Η τότε πολιτική ηγεσία αποδείχθηκε ανίκανη να εμπιστευθεί, να συντονιστεί και να συνεργαστεί τόσο ενδοκυβερνητικά όσο και με τους θεσμικούς φορείς των Ενόπλων Δυνάμεων και της υπηρεσίας πληροφοριών. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, η ηγεσία βρισκόταν ένα βήμα πίσω από τις εξελίξεις, αντιδρώντας σπασμωδικά.
Αυτή η συστημική αδυναμία οδήγησε τελικά στην αποδοχή μιας ασφυκτικής αμερικανικής πρότασης «απεμπλοκής», η οποία στόχευε αποκλειστικά στην εκτόνωση της έντασης.
Οι συνέπειες της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής αποτυχίας στα Ιμια υπήρξαν βαρύτατες. Πρώτον, η Ελλάδα αποδέχθηκε επί του πεδίου το γκριζάρισμα στην περιοχή, καθώς έκτοτε δεν είναι σε θέση να υψώσει την ελληνική σημαία στα νησάκια των Ιμίων.
Δεύτερον, ενισχύθηκε αποφασιστικά ο τουρκικός αναθεωρητισμός, με την Τουρκία να προσθέτει διαρκώς νέες και παράλογες αξιώσεις στο Αιγαίο, γεγονός που μας απομακρύνει δομικά από μια βιώσιμη και μόνιμη λύση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Τρίτον και τραγικότερο, χάθηκαν τρεις έλληνες στρατιωτικοί. Το ελικόπτερο που στάλθηκε και στη συνέχεια συνετρίβη είχε ως αποστολή την επιβεβαίωση πληροφορίας περί τουρκικής απόβασης, πληροφορίας που προήλθε στην ελληνική πολιτική ηγεσία από την αμερικανική διοίκηση. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί γνώριζαν τι συνέβαινε πάνω σε ελληνικό νησί καλύτερα από εμάς αποτέλεσε όχι μόνο μια ταπεινωτική αποτύπωση της συνολικής επιχειρησιακής αποτυχίας μας αλλά και τη θρυαλλίδα του χαμού των Χριστόδουλου Καραθανάση, Παναγιώτη Βλαχάκου και Εκτορα Γιαλοψού.
Στα 30 χρόνια που μεσολάβησαν από την κρίση των Ιμίων, ούτε η θέση της Τουρκίας ευνοήθηκε από εκείνη την ένταση. Πέρα από το γεγονός ότι δεν κατάφερε να ασκήσει κυριαρχία στα Ιμια – τα οποία η Τουρκία θεωρεί δικά της –, το γκριζάρισμα στο Αιγαίο μαζί με τις υπόλοιπες παράνομες διεκδικήσεις της παραμένουν χωρίς διεθνή αναγνώριση, πόσο μάλλον εφαρμογή στο πεδίο. Μία χώρα με πολλαπλάσιο πληθυσμό και στρατιωτική ισχύ και με ένα καθεστώς που δεν λογοδοτεί ουσιαστικά στον λαό του, δεν έχει καταφέρει εδώ και τρεις δεκαετίες να πετύχει τίποτα αξιοσημείωτο στον χώρο που εκείνη θεωρεί ζωτικό της.
Εκείνο που ουσιαστικά μας κληροδότησαν τα Ιμια είναι η κυριαρχία των ΗΠΑ στην περιοχή και στη διαμεσολάβηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Από την επιβολή στα Ιμια του «no ships, no troops, no flags» και έκτοτε, η αμερικανική διοίκηση υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας πρόληψης ή εκτόνωσης κρίσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ο εγγυητής ασφαλείας στην περιοχή. Η εκάστοτε κυβέρνηση στην Αθήνα γνώριζε ότι μπορούσε να βασίζεται στο τηλεφώνημα του State Department, κάθε φορά όπου η ομόλογός της στην Αγκυρα προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα κλίμα έντασης.
Φέτος, για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, η παραδοχή αυτή τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες και οι εμπειρίες που αυτές δημιουργούν ήδη με καταιγιστικό ρυθμό μάς υποχρεώνουν περισσότερο από ποτέ να μη βασιζόμαστε πουθενά αλλού πέρα από τις δικές μας δυνάμεις. Το συμπέρασμα αυτό για τη χάραξη της εξωτερικής και αμυντικής μας πολιτικής είναι υψίστης εθνικής σημασίας και αντιβαίνει σε κάθε αυτοματισμό που είχαμε αναπτύξει μέχρι σήμερα. Ταυτόχρονα, μας καλεί να εκτιμήσουμε τα διδάγματα της κρίσης των Ιμίων σε πολύ μεγαλύτερο βάθος.
Το σημαντικότερο εξ αυτών είναι ότι η υπεράσπιση της πατρίδας δεν είναι θεωρητική άσκηση. Φέρει δυνητικά θανατηφόρο κίνδυνο, με τον οποίο, τραγικώς, θα πρέπει να είμαστε εξοικειωμένοι. Οποιος επιθυμεί η Ελλάδα να υπερασπίζεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα πρέπει να είναι διατεθειμένος να κάνει τις ανάλογες θυσίες.
Ταυτόχρονα, τα Ιμια μας διδάσκουν ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική διπλωματία χωρίς επαρκή εξωτερική και εσωτερική αποτρεπτική ισχύ. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα, ως όφειλε, θωρακίζεται αμυντικά. Η Ατζέντα 2030, και τα δισεκατομμύρια ευρώ που τη χρηματοδοτούν, αποσκοπεί στο να καταστήσει τη χώρα μας έτοιμη να αντιμετωπίσει στο πεδίο υπαρκτές απειλές που αμφισβητούν την εδαφική μας ακεραιότητα.
Ομως, όταν η διαφορά ισχύος και μεγέθους είναι τόσο σημαντική μεταξύ εσένα και εκείνου που σε απειλεί, το να θωρακίζεσαι εσωτερικά δεν αρκεί. Σε έναν κόσμο όπου η κάθε γεωπολιτική γειτονιά αφήνεται πλέον στη μοίρα της να βρει μόνη της ισορροπίες, η ανάπτυξη ισχυρών περιφερειακών συνεργασιών κρίνεται ενδεχομένως σημαντικότερη ακόμη και από εκείνη με τις παγκόσμιες υπερδυνάμεις.
Η εμβάθυνση σε κάθε επίπεδο των σχέσεών μας με όλους τους συμμάχους, από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, οφείλει να αποτελεί, και αποτελεί, κορυφαία εθνική προτεραιότητα, για την εξισορρόπηση δυνάμεων με τον περιφερειακό αναθεωρητή της γειτονιάς μας.
Η Ντόρα Μπακογιάννη είναι βουλευτής της ΝΔ, πρώην υπουργός Εξωτερικών
