Αποστολή στην Τουρκία με χαμηλές προσδοκίες
Με χαμηλές προσδοκίες και με δεδομένες τις αποκλίσεις έως τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις των δύο πλευρών του Αιγαίου καταγράφεται κινητικότητα στα ελληνοτουρκικά, καθώς μπαίνουν στην τελική φάση οι συνεννοήσεις για το ραντεβού του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία και τη σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ). Υστερα από τις εξελίξεις της εβδομάδας στην Αθήνα ως προς τον πολιτικό διάλογο και τη θετική ατζέντα και έπειτα από έναν χρόνο διαδοχικών καθυστερήσεων στη διεξαγωγή του ΑΣΣ, έρχεται κοντά, εκτός απροόπτου, ο ορισμός ημερομηνίας για τις διά ζώσης συνομιλίες σε επίπεδο κορυφής και διυπουργικό.
Οι δύο πλευρές ανοίγουν παράθυρα για το ραντεβού μέχρι και τις 16 Φεβρουαρίου με πιθανότερη μια συμφωνία στη δεύτερη εβδομάδα του μήνα – σημειωτέον, ο Πρωθυπουργός έχει προγραμματισμένα άλλα δύο ταξίδια σε Βέλγιο (κάστρο Αλντεν Μπίσεν) για την άτυπη σύνοδο για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα στις 12 Φεβρουαρίου και στο Μόναχο για τη Διάσκεψη Ασφαλείας που θα πραγματοποιηθεί στις 13-15 Φεβρουαρίου.
Στην τρέχουσα συγκυρία ρευστότητας στο διεθνές περιβάλλον και επαναπροτεραιοποιήσεων με σοβαρές αναταράξεις στις ευρωατλαντικές σχέσεις και με αλλαγές ισορροπιών σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή, ούτε η Αθήνα ούτε η Αγκυρα έχουν λόγους (τους δικούς της η κάθε πλευρά) να επιδιώκουν επιστροφή σε εποχές διμερούς έντασης.
Ωστόσο ένα σινιάλο αποκατάστασης της ελληνοτουρκικής επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα και στη γνωστή ελληνική γραμμή «συζήτηση δεν σημαίνει υποχώρηση», μέσω και του αναμενόμενου ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν και προσδιορισμού της ατζέντας του ΑΣΣ, δεν φαίνεται να εκπέμπει και μήνυμα οποιασδήποτε άλλης θεαματικής εξέλιξης. Διότι μπορεί να αναζητούνται περιθώρια περαιτέρω βημάτων στα θέματα χαμηλής πολιτικής, όμως τίποτα δεν μαρτυρά ουσιαστικές συγκλίσεις στη δύσκολη ατζέντα. Με λίγα λόγια, στη δεδομένη στιγμή δεν υπάρχουν προϋποθέσεις προόδου ως προς τις θαλάσσιες ζώνες – τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης.
Οσο Αθήνα και Αγκυρα έχουν στραμμένα τα ραντάρ τους στις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις, βασικά ζητούμενα είναι η παγίωση ενός σταθερού ρυθμού στα διμερή και, παρά τις δομικές διαφορές, η διαχείριση των ζητημάτων χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις – δίχως αμερικανική πρωτοβουλία, για την ακρίβεια. Με τα λόγια του Γιώργου Γεραπετρίτη, ο οποίος βρίσκεται τις τελευταίες εβδομάδες σε συνεννοήσεις με τον ομόλογό του Χακάν Φιντάν ενόψει του καθορισμού του ΑΣΣ, «μπορούμε να ρυθμίσουμε μόνοι μας τα του οίκου μας». Ταυτόχρονα η Αθήνα επιμένει στο μήνυμα ότι δεν τίθεται υπό έγκριση τρίτων ή διαπραγμάτευση η άσκηση της κυριαρχίας της και ειδικότερα το «μονομερές δικαίωμα» επέκτασης των χωρικών υδάτων. Εξού και οι τελευταίες προαναγγελίες Γεραπετρίτη για διαβούλευση στο εσωτερικό σχετικά με την επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 μίλια «στον χρόνο» που η ελληνική Πολιτεία «κρίνει ως κατάλληλο».
Με το βλέμμα στη Γάζα
Από την πλευρά του ο Ερντογάν κοιτάζει περισσότερο στην ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου του μέσα από την ενεργό εμπλοκή του σε εξελίξεις, όπως στη Γάζα. Ο Πρωθυπουργός έσπευσε να υπογραμμίσει από βελγικού εδάφους το άμεσο ενδιαφέρον της Ελλάδας για τη Μέση Ανατολή. «Θέλουμε να είμαστε παρόντες. Θέλουμε η Ευρώπη να είναι παρούσα» είπε στον απόηχο της έκτακτης συνάντησης των ευρωπαίων ηγετών για το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων που δοκιμάζονται. Οπως σημείωσε, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας και κάποια κράτη-μέλη βρίσκουν «ενδιαφέρουσα την ιδέα» να διερευνηθεί η ανάληψη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών ώστε «το Συμβούλιο Ειρήνης να επανέλθει στον αρχικό προορισμό του – την ειρήνευση στη Γάζα και τη μεταβατική διοίκηση για να ακολουθήσει η φάση ανοικοδόμησης και ένα πρώτο βήμα για να μπορέσει να επιλυθεί ουσιαστικά το Παλαιστινιακό».
Είναι σαφές ότι η Αθήνα επιχειρεί με προσεκτικούς τόνους τήρηση λεπτών ισορροπιών – «δεν θα κουραστώ να προσπαθώ να πείθω τους αμερικανούς συνομιλητές μου ότι οποιαδήποτε ένταση στις ευρωατλαντικές σχέσεις ζημιώνει τόσο την Ευρώπη όσο και τις ΗΠΑ», ανέφερε –, επιμένοντας σε μια διπλή ανάγκη: η Ευρώπη να επενδύσει στη στρατηγική αυτονομία της («να περάσουμε από την ισχύ των αξιών μας στην αξία της ισχύος μας», είπε), η «στρατηγική σχέση» Αθήνας και Ουάσιγκτον να διαφυλαχθεί.
