Εμπιστοσύνη και επαλήθευση
Είναι μια ρωσική έκφραση, που κάνει ωραία ομοιοκαταληξία. Την έκανε διάσημη κάποτε ένας αμερικανός πρόεδρος, ο Ρόναλντ Ρίγκαν: «Ντοβιεριάι, νο προβιεριάι». Εμπιστοσύνη αλλά και έλεγχος. Σε εμπιστεύομαι αλλά επαληθεύω όσα μου λες. Το ελληνικό αντίστοιχο θα μπορούσε να είναι το γνωστό «καλός ο αγιασμός, αλλά πάρε και μια γάτα».
Ο Ρίγκαν την είχε πρωτοχρησιμοποιήσει σε μια συνέντευξη Τύπου, έπειτα από μια συνάντηση με τον Γκορμπατσόφ κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τον έλεγχο και τον περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων και των στρατηγικών όπλων. Την καθιέρωσε ως trademark έκφραση, με εφαρμογή σε πολλά πεδία, από την πολιτική ως τις επιχειρήσεις.
Θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση του δυστυχήματος στα νερά της Χίου; Οταν ένα σκάφος που μετέφερε μετανάστες συγκρούεται, στα ελληνικά χωρικά ύδατα, εντός ελληνικής επικράτειας, με ένα σκάφος του Λιμενικού και δεκαπέντε άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, μας επιτρέπεται να πούμε το «ντοβιεριάι, νο προβεριάι» του Ρίγκαν; Να πούμε, εμπιστευόμαστε το Λιμενικό, αλλά πρέπει να ελέγξουμε και να επαληθεύσουμε την επίσημη εκδοχή της τραγωδίας; Να ζητήσουμε μια «πλήρη διερεύνηση», με διαφάνεια, όπως άλλωστε δεσμεύθηκε ο Πρωθυπουργός μιλώντας σε αμερικανικό Μέσο;
Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Αλλά να που δεν είναι. «Εσείς μπορεί να πιστεύετε τους διακινητές, εγώ πιστεύω το Ελληνικό Λιμενικό», ήταν η απάντηση του υπουργού στην αντιπολίτευση που ζητούσε ενημέρωση. Για να δώσει το έναυσμα να αρχίσει ένα άγριο πάρτι διχασμού στα social media. Οπου διασταυρώθηκαν οι εύκολες ετυμηγορίες της μιας πλευράς περί «δολοφονίας» με τις ουρανομήκεις κατάρες της άλλης για τους προδότες, που προσβάλλουν «τους λεβέντες μας που φυλάνε τα σύνορα». Και όλα αυτά διανθισμένα με αναρτήσεις που κυμαίνονταν από την άγρια χαρά, «δεκαπέντε λάθρο λιγότεροι», μέχρι τον ανυπόφορο κυνισμό, «ας πρόσεχαν», «τα ήθελαν και τα έπαθαν».
Η ευκολία με την οποία γλιστράμε σε έναν διάλογο κωφών, τοξικό και πολωτικό, για κάθε θέμα που ανακύπτει στη δημόσια σφαίρα φέρνει απελπισία. Αλλά δεν συμβαίνει μόνον σ’ εμάς. Ενας διάσημος πολιτικός επιστήμονας, ο Ιβάν Κράστεφ, το έχει περιγράψει με έναν πολύ εύστοχο τρόπο. Η Δημοκρατία των Πολιτών, έγραφε, τείνει να μεταλλαχθεί σε Δημοκρατία των Οπαδών, των «φαν». Είναι ένα φαινόμενο που απλώνεται πια σε όλη τη Δύση, ξεκινώντας από την Αμερική την ίδια προπάντων.
Στη Δημοκρατία των Πολιτών, να θέτεις ερωτήματα, να αμφιβάλλεις και να ελέγχεις, είναι στοιχειώδης υποχρέωση του ενεργού πολίτη. Στη Δημοκρατία των Οπαδών, όχι. Στο περιβάλλον της ακραίας πόλωσης η μόνη θεμιτή στάση είναι η άκριτη, με φανατισμό υποστήριξη των «δικών μας» και η καταδίκη των «άλλων» – ό,τι κι αν λένε. Να αμφισβητείς, να ζητάς επαλήθευση και λογοδοσία δεν είναι αρετή. Είναι εχθρική ενέργεια, είναι προδοσία.
Το κακό αποδίδεται συνήθως στα social media και στους σκοτεινούς αλγορίθμους τους, που παράγουν πόλωση και οπαδισμό. Δεν είναι η μόνη, ούτε η πλήρης εξήγηση. Μα είναι, αναμφισβήτητα, μια εξήγηση. Τα social media είναι ένα πεδίο μάχης. Ισως το κυρίαρχο πεδίο μάχης. Για τους κατά κυριολεξία πολέμους, όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι κρίσιμο μέρος του μετώπου. Για τις μάχες της πολιτικής και της προπαγάνδας επίσης, για τις οποίες τα social media προσδιορίζουν το θέατρο του πολέμου αλλά και τα όπλα του. Μα είναι, επίσης, τα ίδια τα social media αντικείμενο ενός πολέμου, που διεξάγεται για τον δημοκρατικό έλεγχό τους.
Μία όψη αυτού του πολέμου είναι, για παράδειγμα, η προσπάθεια πολλών χωρών να επιβάλουν «κόφτη» στη χρήση των Μέσων από νέους. Η Αυστραλία είναι η πρώτη δημοκρατία που επέβαλε απαγόρευση πρόσβασης στα social media σε νέους κάτω των 16 ετών, ξεκινώντας ένα μεγάλο κοινωνικό πείραμα, με άγνωστα ακόμη αποτελέσματα και αμφίβολη ακόμη επιτυχία. Η Γαλλία ξεκίνησε μια ανάλογη νομοθετική πρωτοβουλία. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες σκέφτονται να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Η Ελλάδα είναι μία από αυτές.
Ας το δοκιμάσουμε. Μα η κρίσιμη όψη του πολέμου δεν είναι αυτή. Είναι η υπαγωγή των social media σε κανόνες. Η επιβολή διαφάνειας στους αλγορίθμους ή η αναγνώριση της αστικής και ποινικής ευθύνης μιας πλατφόρμας (και των ιδιοκτητών της) για ό,τι αναρτάται σε αυτές. Είμαστε μόνον στην αρχή μιας μάχης μακράς και δύσκολης, που καμία χώρα μόνη της δεν μπορεί να φέρει σε πέρας. Ισως μόνον σε ευρωπαϊκό επίπεδο μπορεί να δοθεί.
Στο μεταξύ, όμως, θα μπορούσαμε τουλάχιστον να απαιτήσουμε από τους πολιτικούς, τους υπουργούς προπάντων, να μην είναι εκείνοι που ανάβουν το φιτίλι της πόλωσης, να μην πρωταγωνιστούν στον σοσιαλμιντιακό λαϊκισμό.
