Η ηθική της ήττας
Προφανώς σ’ έναν αγώνα του Μουντιάλ κάποιος θα κερδίσει και κάποιος θα ηττηθεί.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ηττημένος «χάνει» και την ψυχή του, δηλαδή έχει απαξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου, επειδή έχει απαξιώσει κάθε αρχή δεοντολογίας και κάθε κανόνα του fair play ή επειδή έχει εισέλθει [ανεπαισθήτως;] στον χώρο των διαπλεκόμενων [μαύρων;] συμφερόντων.
Εξηγούμαι:
Ως γνωστόν το ποδόσφαιρο είχε αναδειχθεί σε δημόσιο θέαμα από τον προηγούμενο αιώνα, αφορούσε κυρίως τα μεσαία στρώματα και διαμόρφωνε πρότυπα συμπεριφοράς. Επρόκειτο δηλαδή για μια διαδικασία πολιτισμού, κοινωνικότητας και «ελεύθερης χρήσης» του περιορισμένου ελεύθερου χρόνου.
Στην πορεία όμως το ποδόσφαιρο, ως προϊόν μιας εθνικής/κρατικής πολιτικής, η ποδοσφαιρική ομάδα-επένδυση, η «χρηματιστηριακή» εκμετάλλευση του ποδοσφαιριστή-ταλέντο, δεν μετουσίωσαν μόνο το ποδόσφαιρο σε παγκόσμια γλώσσα, σ’ ένα δίκτυο επικοινωνίας λαών κι ανθρώπων, αλλά το μετεξέλιξαν και σε ισχυρό παράγοντα της οικονομίας. Ετσι το ποδόσφαιρο δημιούργησε τον δικό του «χώρο» και «σύστημα» (επιχειρηματίες, managers, προπονητές, αθλητές, δημοσιογράφοι, θεατές με εισιτήρια διαρκείας, πολιτικοί παράγοντες, κ.ο.κ.).
Η κουλτούρα της ψυχαγωγικής σχόλης, με την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, μετακινήθηκε από το γήπεδο στην οθόνη.
Η «πολεμική ιστορία του ποδοσφαίρου» (επικές αφηγήσεις αγώνων, αγιογραφικές βιογραφίες αθλητών, αθλητική μυθολογία) δεν έχει πλέον στοιχεία ταυτότητας [τοπικής, κοινωνικής κ.λπ.], αφού το ποδόσφαιρο απλώς παράγει θέαμα και τα ΜΜΕ έχουν αναλάβει την παραγωγή, τη σκηνοθεσία και την επιλογή των πρωταγωνιστών.
Το Μουντιάλ π.χ. αυξάνει την τηλεθέαση και τα σχετικά κέρδη, όμως η θεαματοποίηση των αθλητικών γεγονότων δεν στοχεύει στην προβολή των «αθλητικών αξιών», ούτε στην ποιοτική αναβάθμιση του δημοσιογραφικού λόγου, αλλά στην προσέλκυση διαφημίσεων.
Η κοινωνία της πληρωμής (pay society) [που για πολλούς υποκρύπτει την «πληρωμή για συμμετοχή στην κοινωνία» (pay-per-society)] φαίνεται να οδηγεί σύντομα και στην «επί πληρωμή» παρακολούθηση των μεγάλων ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων.
Το ποδόσφαιρο-εμπόρευμα θα σερβίρεται στα pay-per-view (PPV) κανάλια με συνέπεια το «παγκόσμιο ποδοσφαιρικό αθλητικό γίγνεσθαι» να παρακολουθείται και ν’ αφορά μόνο μερικούς, αφαιρώντας από πολλά κοινωνικά στρώματα (ίσως και πολλά μη-αναπτυγμένα τεχνολογικώς κράτη) σημαντικό μέρος της συμμετοχής τους.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ως προς την ηθική της νίκης ή και της ήττας.
Ολα και όλοι περιστρέφονται γύρω από τα up και τα down, από τους δείκτες των αποδόσεων των ομάδων. Ετσι ανεπαισθήτως εισερχόμαστε στο πεδίο των επιδόσεων των ποδοσφαιριστών. Το χρήμα στην απόδοση [στοίχημα], η «τιμή» μας στην επίδοση [νίκη].
Τονωτικές, συμπληρωματικές, φαρμακοδιεγερτικές, ψυχοκατα-σταλτικές ουσίες ή κοσμικά, υπόγεια, ανταλλακτικά, εκβιαστικά δίκτυα τείνουν στο να υποκαταστήσουν την πραγματική αξία του αγώνα, δηλαδή της καθαρής νίκης ή της αποδεκτής ήττας.
Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε τα μεγάλα σκορ και τα αξεπέραστα ρεκόρ και να ξανασυναντήσουμε την έννοια [και τη διασκέδαση] του αθλητικού παιχνιδιού.
Και τούτο διότι το τελετουργικό παιχνίδι και η εορταστική ψυχαγωγία, ο εξαθλητισμός του ποδοσφαίρου, πρέπει να βασίζεται στην αξία της «ευγένειας», δηλ. στην κοινή αποδοχή κανόνων που συμβολίζουν ένα «ποδοσφαιρικό αθλητικό βάθος» με ανθρωπολογικά/ πολιτισμικά χαρακτηριστικά κι όχι με οικονομικές σκοπιμότητες.
Τούτο σημαίνει ότι οι νίκες και οι ήττες θα «παίζονται» στο γήπεδο κι όχι στα αποδυτήρια ή στα θεωρεία και ότι οι ηττημένοι, μετά το τέλος του αγώνα, δεν θα ντρέπονται, επειδή έχασαν και την ψυχή τους.
ΥΓ. Κάτι παρόμοιο μπορεί να συμβαίνει και στις εκλογικές αναμετρήσεις…
Ο Γιάννης Πανούσης είναι καθηγητής πανεπιστημίου
στον κλάδο της εγκληματολογίας και πολιτικός
