Συμφωνία ΕΕ – Mercosur: Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι – Τι προβλέπει, τι θα ισχύσει για την Ελλάδα, το χρονοδιάγραµµα
Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Eνωσης με τη Mercosur είναι έτοιμη να λάβει σάρκα και οστά, έπειτα από 25 ολόκληρα χρόνια διαπραγματεύσεων. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι το ναυάγιο αποτράπηκε κυριολεκτικά στο παρά πέντε. Οταν, δηλαδή, διασφαλίστηκε ότι το τελικό σχέδιο θα συγκέντρωνε την απαιτούμενη «ενισχυμένη πλειοψηφία» των εταίρων, η οποία προϋποθέτει τη στήριξη το λιγότερο 15 από τα 27 κράτη – μέλη, που ταυτόχρονα πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του συνολικού πληθυσμού της ΕΕ.
Δεν χωράει αμφιβολία ότι «κλειδί» αποτέλεσε η στάση της Ιταλίας. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, ύστερα από σκληρό «παζάρι» με τις Βρυξέλλες, επέλεξε να ταχθεί με την πλευρά της Γερμανίας και εκείνων των χωρών με οικονομίες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές, όπως η Ολλανδία και οι Σκανδιναβοί. Προκειμένου δε να συμβεί αυτό, η Κομισιόν φρόντισε να προσφέρει δύο «δώρα»: αφενός, την πρόβλεψη για έναν «κουμπαρά» 6,5 δισ. ευρώ στον επόμενο επταετή κοινοτικό προϋπολογισμό (2028-34), από τον οποίο θα δίνονται ενισχύσεις στους ευρωπαίους αγρότες και κτηνοτρόφους σε περιστάσεις έκτακτης ανάγκης, αφετέρου, τη δυνατότητα πρόωρης εκταμίευσης ενός ποσού της τάξης των 45 δισ. ευρώ από τα κονδύλια της ΚΑΠ εκείνης της περιόδου. Επιπλέον, δεσμεύτηκε για τη δραστική μείωση των δασμών στα εισαγόμενα λιπάσματα, η τιμή των οποίων έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια ως και κατά 60%.
Το σίγουρο, πάντως, είναι πως η ιταλίδα πρωθυπουργός έστειλε με τη στάση της ένα μήνυμα με ευρύτερες προεκτάσεις, καθώς αφορά συνολικά τους συσχετισμούς εντός της ΕΕ. Αλλωστε, εγκατέλειψε τη Γαλλία πάνω στη στροφή για την τελική ευθεία, υποχρεώνοντας τον Εμανουέλ Μακρόν σε μια οδυνηρή πολιτική ήττα, καθώς είχε πάρει πάνω του τη συγκεκριμένη υπόθεση και έδειχνε να ποντάρει πολλά σε αυτή.
Ηττα για το Παρίσι, νίκη για το Βερολίνο
Η Γαλλία «έπαιξε ένα κακό διπλωματικό στοίχημα», σημειώνει χαρακτηριστικά στο κεντρικό της άρθρο η «Monde», υποστηρίζοντας πως «στο φόντο της βίαιης επιστροφής του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ (…) η ΕΕ δεν μπορεί να μείνει αδρανής. Σε έναν κόσμο εχθρικό προς τις αξίες και τα συμφέροντά της, οι 27 οφείλουν να αρχίσουν την οικοδόμηση της στρατηγικής τους αυτονομίας, κάτι που απαιτεί και την αναζήτηση εταίρων όπως η Mercosur». Και συνεχίζει: «Αποτυγχάνοντας να επιδείξει το απαιτούμενο θάρρος απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα και να την εξηγήσει με καθαρό τρόπο στους Γάλλους, η κυβέρνηση πρόκειται να χάσει και στα δύο μέτωπα. Απομονωμένη διπλωματικά και αποδυναμωμένη στην Ευρώπη, θα είναι δύσκολο να αποφύγει μια αγροτική κρίση στη χειρότερη δυνατή στιγμή».
Εφόσον τα παραπάνω ισχύουν και το Παρίσι είναι ο μεγάλος χαμένος, τότε είναι προφανές πως την ίδια στιγμή το Βερολίνο είναι ο κερδισμένος της υπόθεσης – μαζί, βεβαίως, με τη γερμανίδα πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Πράγματι, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς, ακολουθώντας πιστά τη γραμμή που είχαν χαράξει οι προκάτοχοί της, υποστήριζε σταθερά τη συμφωνία με τη Mercosur. Το τελευταίο διάστημα, δε, είχε εντείνει τις πιέσεις της, θεωρώντας ότι στο φόντο του εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού και με τις σχέσεις με την Κίνα να έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, οι γερμανικές εταιρείες δεν θα είχαν την πολυτέλεια να χάσουν μια τόσο μεγάλη αγορά.
Συνεχίζονται οι αντιδράσεις στην Ευρώπη
Τούτων δοθέντων σε πολιτικοδιπλωματικό επίπεδο, υπάρχει σαφώς μία ακόμη πλευρά η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία. Κι αυτή δεν είναι άλλη από το κλίμα που επικρατεί στους ευρωπαίους αγρότες και κτηνοτρόφους, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για τις επιπτώσεις της συμφωνίας – οι οποίες θα φανούν στο σύνολό τους μόνο αφότου περάσει ένα διάστημα εφαρμογής της – που έχουν να κάνουν με τα ποιοτικά πρότυπα, τη χρήση απαγορευμένων χημικών ουσιών και συνολικά τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Η αλήθεια δε είναι πως στις τάξεις τους οι αντιδράσεις συνεχίζονται, όπως αποδεικνύουν και οι εικόνες του Σαββατοκύριακου, μετά την κατάληξη των συνομιλιών. Στην Ιρλανδία, για παράδειγμα, χιλιάδες αγρότες διαδήλωσαν το Σάββατο με τα τρακτέρ τους, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη συμφωνία. «Μη θυσιάζετε τα οικογενειακά αγροκτήματα για τα γερμανικά αυτοκίνητα», έγραφαν ορισμένα από τα πλακάτ. Μαζικές συγκεντρώσεις υπήρξαν και στη Γαλλία, όπου μάλιστα υπήρξαν συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και σε αγρότες που επιχείρησαν να στήσουν μπλόκα στην περιοχή του Μπορντό. Αλλά και στο Βέλγιο κάτι ανάλογο συνέβη, στην περιοχή της Λιέγης.
Μάλιστα, και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις, όπως και σε ανάλογες σε άλλες χώρες της ΕΕ, αγρότες και κτηνοτρόφοι προβάλλουν ένα κοινό αίτημα: απαιτούν από τους εκπροσώπους των χωρών τους, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, να καταψηφίσουν τη συμφωνία όταν αυτή φτάσει προς συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας, που επίσης προβλέπεται να είναι επεισοδιακό.
Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι στους χαμένους της συμφωνίας συγκαταλέγεται, σύμφωνα με πολλούς, και το τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Κι αυτό διότι εκτιμάται ότι η αποψίλωσή του θα επιταχυνθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα…
Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις της συμφωνίας στην Ελλάδα
Με τη συμφωνία ΕΕ – Mercosur και τις επιπτώσεις της στον πρωτογενή τομέα προστίθεται ένα ακόμα «δύσκολο» κεφάλαιο στον δημόσιο διάλογο ενόψει και της αυριανής συνάντησης του Πρωθυπουργού με τις επιτροπές αγροτών.
Η προστασία 21 εγχώριων αγροτικών προϊόντων με γεωγραφική ένδειξη από «απομιμήσεις», όπως η φέτα αλλά όχι η γραβιέρα Νάξου, οι ευκαιρίες για τις νέες εξαγωγές καθώς τα ελληνικά προϊόντα μπορούν να μπουν σε νέα αγορά 270 εκατομμυρίων πολιτών κ.λπ. αποτελούν τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της συμφωνίας EE – Mersocur, την οποία το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αποτιμά θετικά.
Συνολικά, η συμφωνία προστατεύει από απομιμήσεις 344 διακριτά προϊόντα τροφίμων και ποτών της ΕΕ, εκ των οποίων τα 21 είναι ελληνικά (ελαιόλαδο και ελιά Καλαμάτας, κορινθιακή σταφίδα, μαστίχα Χίου, κ.ά.). Η προστασία αυτή, όπως αναφέρει το υπουργείο, θα βοηθήσει στην πώληση περισσότερων ελληνικών προϊόντων και σε υψηλότερες τιμές, καθώς η τιμή πώλησης των προϊόντων που προστατεύονται από Γεωγραφική Ενδειξη είναι 2 και 3 φορές υψηλότερη από αυτή των κανονικών προϊόντων. Οι ελληνικές εξαγωγές υπηρεσιών προς τη Mercosur ανέρχονται σε 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το 2023, οι κύριες εξαγωγές υπηρεσιών περιλάμβαναν: μεταφορές 1,5 δισ. ευρώ, τουρισμό 67 εκατομμύρια ευρώ και πολιτισμό 2 εκατ. ευρώ.
Η συμφωνία θα διευρύνει περαιτέρω την αγορά υπηρεσιών της Mercosur σε τομείς όπως χρηματοοικονομικές και ταχυδρομικές υπηρεσίες, ταχυμεταφορές, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, ψηφιακό εμπόριο και περιβάλλον
Το 97% όλων των ελλήνων εξαγωγέων είναι μικρές εταιρείες. Αυτές οι εταιρείες συχνά δυσκολεύονται να εξάγουν εκτός ΕΕ, καθώς αυτό συνεπάγεται επιπλέον κόστος και διοικητικές διαδικασίες.
Ωστόσο, οι αγρότες παραμένουν τουλάχιστον επιφυλακτικοί στις διαβεβαιώσεις ότι η συμφωνία θέτει δικλίδες ασφαλείας υπέρ των παραγωγών σε περιπτώσεις αιφνίδιας αύξησης εισαγωγών αλλά ται την τήρηση των ευρωπαϊκών προτύπων για την ασφάλεια τροφίμων. Η ΕΕ προχωράει στην πλήρη αναμόρφωση των τελωνείων ώστε να γίνεται πιο αυστηρός ο έλεγχος των εισαγόμενων προϊόντων.
Θωράκιση σε προϊόντα με Γεωγραφική Ενδειξη
Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης σημειώνει ότι ψηφίστηκε ισχυρή νομική προστασία όλων των προϊόντων με Γεωγραφική Ενδειξη, όπως η φέτα. Κρασιά όπως η Σαντορίνη, η Νεμέα, η Νάουσα και αποστάγματα (ούζο, τσίπουρο) παύουν να είναι «γενικές ονομασίες» και αποκτούν νομική θωράκιση. Η συμφωνία προβλέπει τη μείωση ή κατάργηση των υψηλών δασμών σε προϊόντα που πλέον γίνονται πιο ανταγωνιστικά σε μεγάλες αγορές.
Επίσης, υπάρχει κατάλογος 14 ευαίσθητων για την ΕΕ αγροδιατροφικών προϊόντων (εσπεριδοειδή, ελαιόλαδο, τυριά, ακτινίδια, ροδάκινα, αβγά, κρέας, ρύζι, μέλι μεταξύ αυτών) και οι παραγωγοί τους θα προστατεύονται από αθέμιτο ανταγωνισμό, διαταραχές της αγοράς και αιφνίδιες αυξήσεις των εισαγωγών, μέσω ποσοστώσεων και ελέγχων.
«Η θετική ψήφος της Ελλάδας έλαβε υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία που διασφαλίζουν τους ελληνες αγρότες και δίνουν νέες προοπτικές για τα προϊόντα μας ενώ η συμφωνία θα περνούσε ανεξάρτητα από τη στάση της χώρας μας καθώς απαιτούσε ειδική πλειοψηφία, η οποία ήδη είχε επιτευχθεί από τα υπόλοιπα κράτη – μέλη», ανέφερε το υπουργείο.
