Εάν το κράτος μπορεί, γιατί όχι κι εμείς;
H θανατική ποινή είναι το «απέτυχα» της κοινωνίας. Η βία είναι βία απ’ όπου κι αν προέρχεται. Και η κρατική βία και μάλιστα στη μέγιστη μορφή της, όπως είναι η αφαίρεση ζωής, είναι βία.
Η βία, δε, γεννάει βία. Ειδικά στα κράτη που η θανατική ποινή αποτελεί ακόμη κομμάτι της «δικαιοσύνης», τα ποσοστά της αυτοδικίας είναι πάρα πολύ υψηλά. Λογικό.
Από τη στιγμή που οι πολίτες αποδέχονται ότι το κράτος μπορεί να εκτελέσει, δεν βλέπουν τον λόγο γιατί να μην το πράξουν και οι ίδιοι. Το παρατηρούμε κατά κόρον στις «πολιτισμένες» ΗΠΑ, ειδικά σε Πολιτείες όπου η οπλοφορία είναι νόμιμη και το όπλο γίνεται πέρα από μέσο αυτοάμυνας και μέσο… απονομής δικαιοσύνης. Μετρώντας θύματα. Αθώους και «ενόχους».
Η θανατική ποινή είναι παραδοχή αποτυχίας μιας κοινωνίας, η οποία παραδέχεται ότι αδυνατεί να σωφρονίσει τον άνθρωπο που διέπραξε το έγκλημα. Ταυτόχρονα αρνείται να αναλάβει το ποσοστό που της αναλογεί στη διαμόρφωση των συνθηκών και στον χαρακτήρα του εγκληματία. Διότι ουδείς γεννιέται κακός. Γίνεται.
Το κυριότερο: Με τη θανατική ποινή, μια μη αναστρέψιμη ενέργεια, καταργείται ουσιαστικά ολόκληρο το δικαστικό σύστημά της που δίνει το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να διεκδικήσει το δικαίωμά του στην αθώωση σε δεύτερο βαθμό. Να διορθώσει, δηλαδή, την περίπτωση κακοδικίας.
Η κοινωνία οφείλει να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των ανθρώπων που βρίσκονται απέναντι στον νόμο. Οφείλει να υπερασπίζεται τα δικαιώματα ακόμη και των χειρότερων εγκληματιών. Κυρίως οφείλει να ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στη βία. Ακόμα και αν αυτή βαφτίζεται «δικαιοσύνη».
