Προϋποθέσεις για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης
Ηταν συντέλεια του μεταπολεμικού κόσμου. Στο Νταβός γράφτηκε η ληξιαρχική πράξη θανάτου μιας τάξης πραγμάτων βασισμένης σε αρχές και κανόνες με τις ΗΠΑ ως φορέα, πομπό και υπερασπιστή της. Ο καναδός πρωθυπουργός Κάρνεϊ συνόψισε το δίλημμα: «Υπάρχει μια ισχυρή τάση για κάποιες χώρες να συμπλεύσουν, να συμβιβαστούν, να αποφύγουν τα μπλεξίματα, ελπίζοντας ότι η συμμόρφωση [με τον ισχυρό] θα τους εγγυηθεί την ασφάλειά τους. Δεν πρόκειται να συμβεί».
Για ποιες χώρες της πολιτικής «Δύσης» είναι πραγματικό το ερώτημα της υποταγής ή της αντίδρασης; Η Αυστραλία και η Ιαπωνία έχουν τη γεωγραφική απόσταση που δίνει κάποιο περιθώριο. Ο Καναδάς ακριβώς το αντίθετο – και παρ΄όλα αυτά φαίνεται πρόθυμος να αναλάβει απεριόριστα κόστη. Τελικά, είναι ένα ερώτημα για την Ευρώπη. Αν θέλει και εάν μπορεί να επιδιώξει αμέσως και με επιτυχία στρατηγική αυτονομία. Από την περυσινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ήταν σαφές πως η ατλαντική σχέση είχε ανεπανόρθωτα φθαρεί. Τώρα ξεκαθάρισαν και οι όροι της ανατροπής της, με τρόπο αναπάντεχο, δραματικό και γι’ αυτό αφυπνιστικό. Επομένως, τα ζητήματα αφορούν πια τα προαπαιτούμενα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, που δεν είχε διανοηθεί πριν από πέντε χρόνια ότι μπορούσε να βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, ούτε πριν από πέντε μήνες ότι μπορούσε να στείλει στρατιωτικό απόσπασμα σε έδαφος μέλους της για να το προστατεύσει από αμερικανική εισβολή. Σήμερα η Ευρώπη είναι πολλαπλά εξαρτημένη.
Υπάρχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις για να μιλά κανείς με όρους ισοτιμίας στη μόνη πραγματική υπερδύναμη, που σημαίνει μια χώρα με γεωστρατηγικά συμφέροντα και ικανότητα στρατιωτικής υπεράσπισής τους σε οποιοδήποτε σημείο της Γης. Η πρώτη είναι η στρατιωτική ισχύς – δηλαδή μια ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ένα κοινό αμυντικό δόγμα και η έναρξη δημιουργίας ενός κοινού στρατού. Αυτό ήταν σαφές από την αρχή και ήδη προωθείται. Η δεύτερη αφορά την τεχνολογική αυτονομία: πρώτα από όλα να μην έχουν οι Αμερικανοί τη δυνατότητα να κλείσουν τον διακόπτη των ηλεκτρονικών δικτύων της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει data centres στην Ευρώπη τουλάχιστον ως εναλλακτικοί χώροι αποθήκευσης για όλους τους πολίτες, όλου του κόσμου, αλλά πρώτα για τις στρατηγικής σημασίας ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Δεν έχει σημασία εάν θα είναι ιδιωτικά ή δημόσια –αλλά εάν θα βρίσκονται υπό ευρωπαϊκό έλεγχο. Και παράλληλα, ένα δίκτυο παροχής Ιντερνετ, είτε επίγειο είτε δορυφορικό που δεν θα μπορεί να διακόψει κανείς. Τρίτη κρίσιμη αυτονομία, η οικονομική, ιδιαίτερα στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Οπως έχει πει η Λαγκάρντ (6.4.25) «να έχουμε υπό τον έλεγχό μας τις ψηφιακές πληρωμές» και να απεξαρτηθεί η Ευρώπη από ΗΠΑ και Κίνα, από «συστήματα όπως ηVisa, ηMasterCard, ηPayPal ή ηAlipay». Η Ευρώπη παραμένει ένας οικονομικός γίγαντας και είναι παράλογη η εξάρτησή της σε αυτό το επίπεδο.
Ολα αυτά πρέπει να γίνουν σωρευτικά, ταυτόχρονα και σε ελάχιστο χρόνο. Που σημαίνει γρήγορες αποφάσεις και γρήγορη εφαρμογή – για τα οποία η ΕΕ δεν φημίζεται. Και παράκαμψη μιας «πέμπτης φάλαγγας» πρόθυμων ακολούθων των ισχυρών, όπως η Ουγγαρία, που (εξ)υπηρετεί ταυτόχρονα Τραμπ και Πούτιν. Η επιλογή δεν θα είναι εύκολη για κανέναν – ούτε για τις πιο ισχυρές χώρες. Αλλά ο Τραμπ οδήγησε ήδη Γαλλία και Γερμανία στο μη περαιτέρω. Θα είναι ακόμη πιο δύσκολη για μικρές χώρες σε εστίες γεωστρατηγικής έντασης, όπως η Ελλάδα.
