Η αληθινή Όλγα του «Ριφιφί» στα ΝΕΑ: Η γυναίκα που έχασε το παιδί της επειδή η τράπεζα δεν εκταμίευσε ποτέ τα χρήματα
Τα ΝΕΑ ταξίδεψαν στο Πλωμάρι της Λέσβου για να συναντήσουν την κυρία Γεωργία Πιτσιλάδη, τη γυναίκα πίσω από τον ρόλο της Όλγας στην πολυσυζητημένη σειρά «Ριφιφί».
Η ιστορία της γυναίκας που έχασε τον γιο της από καρκίνο επειδή η τράπεζα δεν εκταμίευσε ποτέ τα χρήματα του εράνου για τη σωτήρια επέμβαση, δεν είναι μυθοπλασία. Είναι η σκληρή πραγματικότητα.
Η μητέρα του μικρού Παναγιώτη, του παιδιού με τα πράσινα μάτια που έφυγε τόσο άδικα, ανοίγει για πρώτη φορά την καρδιά της μιλώντας στα ΝΕΑ. «Να δικαιωθεί ο Παναγιώτης. Τίποτα άλλο δεν θέλω. Θέλω να δικαιωθεί», λέει συγκινημένη.
Η ιστορία του μικρού Παναγιώτη μέσα από τον φακό του «Ριφιφί»
Στο πέμπτο επεισόδιο της σειράς, η μυθοπλασία υποχωρεί για να δώσει χώρο σε μία από τις πιο σκληρές αλήθειες της σύγχρονης Ελλάδας. Ο δημιουργός Σωτήρης Τσαφούλιας δεν αφηγείται απλώς το περίφημο «ριφιφί του αιώνα», αλλά ανοίγει μια άλλη πόρτα: εκείνη της απώλειας, της αδικίας και της κραυγής που δεν ανήκει στη φαντασία.
Η Όλγα, την οποία υποδύεται η Ευαγγελία Μουμούρη, αποκαλύπτει το τραύμα που τη διαμόρφωσε. Μια ιστορία απώλειας παιδιού, μιας οικογένειας που συνετρίβη και ενός συστήματος που άργησε – πολύ.
Η μητέρα του Παναγιώτη Βασιλέλλη
Όταν η μυθοπλασία συναντά την πραγματικότητα
Στη σειρά, η τράπεζα δεσμεύει τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί για τη θεραπεία ενός παιδιού στο εξωτερικό. Το παιδί δεν προλαβαίνει. Ο πατέρας καταρρέει. Η μητέρα μένει μόνη με μια κραυγή που δεν σβήνει ποτέ.
Η ιστορία αυτή δεν γράφτηκε για την τηλεόραση. Είναι εμπνευσμένη από την αληθινή υπόθεση του Παναγιώτη Βασιλέλλη, που συγκλόνισε τη χώρα το 2001.
Ο Παναγιώτης διαγνώστηκε στα 18 του μήνες με επιθετικό νευροβλάστωμα. Οι γονείς του, Στράτης Βασιλέλλης και Γεωργία Πιτσιλάδη, έδωσαν μάχη στο νοσοκομείο Παίδων, ζώντας μήνες ανάμεσα στην ελπίδα και τον φόβο. Οι γιατροί εξάντλησαν κάθε δυνατότητα, όμως η μόνη ελπίδα σωτηρίας βρισκόταν στο νοσοκομείο Memorial των ΗΠΑ. Το κόστος ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια δραχμές, ποσό αδύνατο για μια οικογένεια που ζούσε από το μεροκάματο.
Ο πατέρας έκανε τότε το μόνο που μπορούσε: βγήκε δημόσια και ζήτησε βοήθεια. Η ελληνική κοινωνία ανταποκρίθηκε συγκλονιστικά. Από άκρη σε άκρη της χώρας, άνθρωποι έδιναν από το υστέρημά τους. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, συγκεντρώθηκαν σχεδόν 300.000 ευρώ. Όλα έδειχναν πως το παιδί θα προλάβαινε.
Ο πατέρας του Παναγιώτη Βασιλέλλη
Όμως στις 13 Ιουνίου 2000, η τράπεζα δέσμευσε τον λογαριασμό. Ο λόγος; Ο έρανος δεν είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ως ερανικός και, βάσει νόμου του 1931, η εκταμίευση χρημάτων υπέρ ιδιώτη χωρίς ειδική άδεια θεωρήθηκε παράνομη. Παρά τις εκκλήσεις και τη λαϊκή πίεση, τίποτα δεν άλλαξε.
Ένας νόμος σχεδόν εβδομήντα ετών στάθηκε πιο ισχυρός από τον χρόνο ζωής ενός παιδιού. Ενστάσεις, αιτήσεις, υπουργικές αποφάσεις – όλα κινήθηκαν αργά. Πολύ αργά.
Όταν τελικά το κράτος έδωσε το πράσινο φως, ήταν ήδη αργά. Ο Παναγιώτης πέθανε στις 5 Μαρτίου 2001. Δύο ημέρες μετά, μέρος των χρημάτων αποδεσμεύτηκε. Όχι για εκείνον.
Η υπόθεση έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Κανείς δεν κρίθηκε υπεύθυνος. Όλοι είχαν εφαρμόσει τον νόμο. Κανείς δεν είχε προλάβει τη ζωή.
Στο «Ριφιφί», η ιστορία επιστρέφει χωρίς ονόματα, αλλά με όλο της το βάρος. Δεν ζητά δικαίωση, ζητά μνήμη. Υπενθυμίζει ότι πίσω από τα μεγάλα εγκλήματα κρύβονται μικρές, αθόρυβες αδικίες που πληρώθηκαν με το πιο ακριβό τίμημα.
Ο Παναγιώτης Βασιλέλλης θα ήταν σήμερα περίπου 28 ετών. Και αυτό το «θα ήταν» είναι που μένει, σαν κόμπος, κάθε φορά που η υπόθεση ξαναβγαίνει στο φως.
