Σύνταγμα sur mesure
Και έτσι, μ’ έναν κρότο ξεκίνησε και επίσημα για τέταρτη φορά από το 2001, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποιο σημαντικό πολιτειακό γεγονός, η συζήτηση περί αναθεώρησης του Συντάγματος. Τι κι αν το Σύνταγμα έχει αναθεωρηθεί ήδη τρεις φορές τον 21ο αιώνα; Αυτό δεν εμπόδισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη από το να το χαρακτηρίσει ξεπερασμένο, λέγοντας πως «το Σύνταγμα του 1975 ανήκει στον 20ο αιώνα».
Το γιατί αποφάσισε να ανοίξει συζήτηση περί αναθεώρησης τώρα ο Πρωθυπουργός εξηγείται. Θέλει να ενυδατώσει την εικόνα του σε όποιο κεντρώο κοινό του έχει απομείνει το οποίο διακρίνει τη μεταρρυθμιστική κόπωση. Θέλει να αλλάξει την ατζέντα που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη δημόσια συζήτηση και μια τέτοια πρόταση – έχων άλλωστε το επικοινωνιακό προβάδισμα – μπορεί να την αλλάξει. Θέλει επίσης να φέρει την αντιπολίτευση στα όριά της επιζητώντας είτε να του προσφέρει συναίνεση, είτε να την κάνει να αναμετρηθεί με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται μια άρνησή της να του την προσφέρει. Θα έλεγε κανείς ότι χειρίζεται εν προκειμένω το θεσμικό ζήτημα της αναθεώρησης ως θεσμική μπανανόφλουδα που επιχειρεί να πετάξει στα πόδια της αντιπολίτευσης.
Είχε προηγηθεί το προηγούμενο διάστημα η συνταγματική χαρτομαντεία του Πρωθυπουργού, που καθ’ εκάστη και αργία ανέφερε σε δημόσιες τοποθετήσεις του κι ένα νέο άρθρο του Συντάγματος που θα ήθελε να αναθεωρήσει. Το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, το άρθρο 16 για την ανώτατη εκπαίδευση, το άρθρο 24 για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών… Η τωρινή πρόταση δεν έχει ανακοινωθεί στην έκτασή της ακόμα. Μπορεί ως τότε να σκεφτούν μερικά ακόμα που να θέλουν να αναθεωρήσουν. Γράφτηκαν πολλά από έγκριτους νομικούς και συνταγματολόγους αυτές τις μέρες και θα γραφτούν κι άλλα. Πως όταν η συνταγματική αναθεώρηση εκπίπτει σε μια καθημερινή διαδικασία το Σύνταγμα χάνει την υπεροχή του και εκπίπτει σε τυπικό νόμο, ότι τα Συντάγματα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο λιτά και διαχρονικά και όχι συγκυριακά. Και φυσικά ότι της αναθεώρησης του Συντάγματος προηγείται η τήρησή του. Ας μην ξεχνάμε για παράδειγμα την αντισυνταγματική λειτουργία της Βουλής με 297 βουλευτές μετά την έκπτωση των τριών των «Σπαρτιατών», τα πέρα από κάθε λογική μαθηματικά και τις αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις για την εκλογή μελών στις ανεξάρτητες αρχές, την αντισυνταγματική εμμονή της κυβέρνησης να μη συμμορφώνεται με την απόφαση του ΣτΕ που για την υπόθεση των υποκλοπών την υποχρέωνε να ενημερώσει το πρόσωπο που τέθηκε σε παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Αυτό που δεν καταλαβαίνουν στην κυβέρνηση είναι ότι ψηφίζονται στις εκλογές για να στέκονται στο ύψος του Συντάγματος, όχι για να το φέρουν στα μέτρα τους.
