Υπόθεση Παναγόπουλου: Ζήτημα ακεραιότητας με τα προγράμματα
Πολλά είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν γύρω από το σκάνδαλο κακοδιαχείρισης κοινοτικών και εγχώριων κονδυλίων για προγράμματα κατάρτισης ανέργων, ένα μικρό μόνο μέρος του οποίου φαίνεται να είναι η «υπόθεση Παναγόπουλου», σύμφωνα με νέα δημοσιεύματα της στήλης Big Mouth, της ιστοσελίδας powergame.gr.
Στο επίκεντρο αυτών, διαφαίνεται το «φλέγον» ερώτημα γιατί η κυβέρνηση προσπαθεί να βάψει με πράσινο χρώμα τον καμβά του «σκανδάλου», την ίδια ώρα που το μελάνι των υπογραφών για πολλά εκατομμύρια που μοιράστηκαν είναι, όπως δείχνουν στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες ημέρες, «καταγάλανο».
Σε ένα από τα νέα δημοσιεύματα, σχολιάζεται η κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν τα υπουργεία Οικονομικών και Εργασίας την Τρίτη, λέγοντας ουσιαστικά ότι η κυβέρνηση «φόρτωσε» τα έργα του Παναγόπουλου και των λοιπών στις πλάτες των ελλήνων φορολογουμένων και αυτό διότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα έργα είχαν ήδη συμβασιοποιηθεί, δημιουργώντας νομικές υποχρεώσεις για το Δημόσιο και επειδή δεν προλάβαιναν να υλοποιηθούν, έπρεπε να εξασφαλιστεί η συνέχιση της χρηματοδότησής τους… από τις τσέπες μας.
Ουσιαστικά μεταφέρθηκε από τον κοινοτικό κουμπαρά στον εθνικό. Και βέβαια παραμένει το ερώτημα του γιατί τα έργα «κόπηκαν» σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η απάντηση στο οποίο, σύμφωνα με το δημοσίευμα της ιστοσελίδας, είναι απλή: διότι προσπαθήσαμε να «κλειδώσουμε» την αγορά (και τον ανταγωνισμό) – να πάνε δηλαδή τα λεφτά σε «δικούς μας» ανθρώπους – και οι Ευρωπαίοι μας «έκοψαν». Βέβαια, όπως αναφέρεται και στην κοινή ανακοίνωση των Υπουργείων, δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, στη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων σε προγράμματα κατάρτισης. Εκεί που το πράγμα ίσως αρχίζει να βρωμάει, όμως, είναι το με ποιο κριτήριο επιλέγονται αυτοί οι εταίροι.
Το κρίσιμο σημείο
Προχωρώντας στην ανακοίνωση, αναφέρεται ότι τον Απρίλιο του 2024 είχαν εγκριθεί από την ΕΕ 15 σχετικά έργα στο ΕΣΠΑ 2021-2027 (εν τέλει εντάχθηκαν τα 14 από τα 15), ενώ παράλληλα για τα επίμαχα (τέσσερα) έργα των συμπραττόντων φορέων η ΕΕ είπε πως «θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες για χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους». Το «θα μπορούσαν» (στα αγγλικά «could»), δεν σημαίνει όμως και έγκριση από το ευρωπαϊκό όργανο, το οποίο, παρεμπιπτόντως, μάλλον δεν έχει αρμοδιότητα επί της εθνικής χρηματοδότησης. Αυτό το could επίσης δεν νομιμοποιεί μια νομοθετική παρέμβαση που καταργεί την αξιολόγηση για τα πεπραγμένα. «Το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει είναι πώς μια διατύπωση αρμοδιότητας μετατράπηκε σε πολιτική απόφαση εξαίρεσης από τον έλεγχο;», διερωτάται η στήλη Big Mouth.
Υπενθυμίζεται ότι τα τέσσερα επίμαχα έργα που «κόπηκαν στας Ευρώπας», «κρατήθηκαν στη ζωή» μέσω νομοθετικής πρωτοβουλίας του υπουργείου Εργασίας και μεταφέρθηκαν για χρηματοδότηση στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, χωρίς να προβλέπεται η επανάληψη της αξιολόγησής τους. Είναι σημαντικό, όπως σημειώνει η στήλη, να αναφερθεί ότι Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης δεν αποτελεί συνέχεια του ΕΣΠΑ, αλλά διέπεται από διαφορετικό πλαίσιο, το οποίο καθιστά την αξιολόγηση απαραίτητη προϋπόθεση.
Εδώ, αυτό που φέρεται να συνέβη είναι η μεταφορά των απορριφθέντων στην Ευρώπη προγραμμάτων σε διαφορετικό χρηματοδοτικό (εθνικό) πρόγραμμα, χωρίς καμία μορφή επικαιροποιημένου ελέγχου, και μάλιστα αγνοώντας την αντίθετη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Και φαίνεται πως αυτή η τακτική παράκαμψης της θεσμικής διαδικασίας αξιολόγησης επαναλήφθηκε με δεύτερη νομοθετική ρύθμιση για άλλα δύο έργα. Πρόκειται λοιπόν μήπως για μοτίβο νομοθετικής παρέμβασης για αποφυγή του θεσμικού ελέγχου; Και γιατί τα έργα που δεν πέρασαν τον ευρωπαϊκό έλεγχο επανήλθαν αυτούσια, με νόμο στο εθνικό πλαίσιο;
Και για να «δέσει το γλυκό» και με την υπόθεση Παναγόπουλου και Σία, στο δημοσίευμά της, η ιστοσελίδα, αναφέρει για τα δύο από τα έξι προγράμματα που έχουν δημιουργήσει την όλη ιστορία, ότι από τον συνολικό τους προϋπολογισμό, που άγγιζε τα 34 εκατ. ευρώ, τα 17 εκατ. θα κατευθύνονταν προς το ΙΝΕ ΓΣΕΕ του Παναγόπουλου, και όπως ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2025 μάλιστα, θα πληρώνονταν από τον προϋπολογισμό του υπουργείου Εργασίας, ήτοι από το εθνικό ΠΔΕ και όχι από κοινοτικούς πόρους, ενώ κάτι παρόμοιο φέρεται να συμβαίνει (και ερευνάται) και για τα υπόλοιπα τέσσερα προγράμματα.
Δύο τελευταία, εύλογα ερωτήματα λοιπόν: Γιατί τα Υπουργεία έδειξαν τόσο μεγάλη επιμονή για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ενώ υπήρχαν και υπάρχουν (από την ΕΕ) ζητήματα διαφάνειας και χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ήδη από το 2020 (και μάλιστα το 2024 κόπηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από το ΕΣΠΑ 2024-2027); Επρεπε (και με ποιους όρους) τα προγράμματα να «τρέξουν» με εθνικούς πόρους, αγνοώντας μάλιστα την αντίθετη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου; Και τέλος: πόσα ακόμα θα έρθουν στην επιφάνεια από αυτήν την υπόθεση;
