Επιστράτευση: Εθνικό καθήκον ή προσωπική ασφάλεια;
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και η σκιά ενός γενικευμένου πολέμου στην «πίσω αυλή» της Ευρώπης έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λέξη που τόσο στους μεγαλύτερους, όσο και τους νεότερους, προκαλεί δέος και ανησυχία: την επιστράτευση.
Στις παρέες, στα κοινωνικά δίκτυα και στις συζητήσεις του δρόμου, το ερώτημα «τι θα έκανες αν σε καλούσαν;» δεν είναι πια υποθετικό σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, αλλά μια σκληρή άσκηση επί χάρτου. Οι απόψεις διίστανται, αναδεικνύοντας μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και την προσωπική επιβίωση, ειδικά όταν η απειλή δεν αγγίζει άμεσα τα σύνορα της χώρας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι θα ακολουθούσαν «τυφλά» μια εντολή επιστράτευσης, ενώ κάποιοι δηλώνουν ότι δεν θα πολεμούσαν για μια πατρίδα που συστηματικά παραγνωρίζει τις ανάγκες τους.
«Ο πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα»
Ο Βλαδίμηρος βλέπει τις εξελίξεις με μια αίσθηση αναπόφευκτου, αλλά χωρίς κανέναν ενθουσιασμό. «Φαίνεται ως νομοτελειακό, αλλά δεν θα το ήθελα. Ελπίζω να μην… να μην έρθουν προς τα εδώ, αλλά δεν είμαι και σίγουρος». Ερωτηθείς τι θα άλλαζε στη ζωή του αν τον καλούσαν σε επιστράτευση είναι σαφής: «Όλα τούμπα. Αλλάζουν τα πάντα. Μακάρι να μη συμβεί κάτι τέτοιο. Να πω την αλήθεια, αισθάνομαι απογοήτευση και καθήκον βέβαια, αλλά και απογοήτευση. Γιατί ο πόλεμος δεν είναι καλό πράγμα», υπογραμμίζει, από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από δυνάμεις πέρα από τον έλεγχό του.
«Το καθήκον μας καλεί»
Για τον Μάνο, έναν νεαρό φοιτητή που παρακολουθεί τις εξελίξεις κυρίως μέσα από τα social media, η συμμετοχή είναι ζήτημα αρχής, παρά τις προσωπικές απώλειες που ενδεχομένως να έφερνε. «Σίγουρα θα ήταν κάτι το οποίο θα μας προβλημάτιζε όλους, αλλά τι να πω, άμα μας καλέσει η πατρίδα πρέπει να πάμε. Ναι, στο τέλος της ημέρας το καθήκον, το καθήκον μας καλεί. Εντάξει, σίγουρα θα άλλαζαν πολλά στη ζωή μου. Είμαι και φοιτητής τώρα. Θα άφηνα τις σπουδές μου, την οικογένειά μου σίγουρα, αλλά αν κριθεί από τους ειδικούς ότι πρέπει να συμμετέχουμε και ότι αυτό είναι για το καλό της χώρας μας, τότε νομίζω πως αυτό πρέπει να γίνει», σημειώνει, θέτοντας την εθνική ασφάλεια πάνω από τα προσωπικά του σχέδια.
«Έχω ένα παιδάκι, όλα θα άλλαζαν, πάει από το κακό στο χειρότερο η ανθρωπότητα»
Ο Γιώργος Κουκλάς, 46 ετών, θέτει ερωτήματα για το κατά πόσο αφορά η τρέχουσα σύρραξη την Ελλάδα και, πρωτίστως, εκφράζει τον τρόμο του ως γονιός. «Στην παρούσα φάση δεν νομίζω να πήγαινα. Σε αντίθετη περίπτωση όμως, σε εισβολή στην Ελλάδα, θα πήγαινα εννοείται. Γιατί μόνο ζημιά έχουμε από όλη αυτή την κατάσταση. Τίποτα θετικό δεν υπάρχει και τίποτα θετικό δεν θα βγει. Είτε κερδίσουν οι Αμερικάνοι είτε όχι, για εμάς το ίδιο πράγμα και ίσως και χειρότερα θα είναι. Με ανησυχούν εννοείται οι εξελίξεις, όπως όλους τους Έλληνες και βασικά όλο τον πλανήτη. Στη δεδομένη φάση είμαστε στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου. Μακάρι αυτό να αποτραπεί με κάποιο τρόπο. Πλέον είναι πολύ δύσκολο από ό,τι φαίνεται όμως» επισημαίνει.
Τι θα σήμαινε για τον ίδιο το ενδεχόμενο της επιστράτευσης; «Θα ήταν μια πολύ δύσκολη κατάσταση καθώς είμαι και γονιός. Έχω ένα παιδάκι, οπότε θα άλλαζαν τελείως όλα τα δεδομένα μέχρι σήμερα που ξέρουμε. Δεν έχει καμία σχέση το πριν με το τώρα, σε όλα τα επίπεδα. Είτε έχεις πόλεμο είτε δεν έχεις, πάλι ανησυχείς παραπάνω όταν έχεις παιδί. Αυτό είναι το μόνο που δεν θα έπρεπε να συμβεί ποτέ, έστω και σε περίοδο πολέμου. Εξάλλου, στον πόλεμο υπάρχει ένας άγραφος νόμος που δεν χτυπάς νοσοκομεία, σχολεία και γενικά αμάχους. Εδώ τα έχουμε ισοπεδώσει όλα όπως φαίνεται και γενικά πάμε από το κακό στο χειρότερο σαν ανθρωπότητα» λέει κλείνοντας.
«Το δίκαιο του ισχυρού»
Ο Παναγιώτης Κατηφόρης προσεγγίζει το θέμα με μια πιο ρεαλιστική ματιά, εστιάζοντας στη γεωπολιτική σκακιέρα. Στο ερώτημα αν θα ήταν υπέρ μιας επιστράτευσης απαντά: «Ανάλογα το είδος πολέμου. Αυτή τη στιγμή είμαι κατά. Σε περίπτωση εισβολής στη χώρα μας θα πολεμούσα πάση θυσία, αλλά όπως έχει δείξει η ιστορία, ισχύει το δίκαιο του ισχυρού. Άρα ο ισχυρός θα σε πουλήσει την άλλη μέρα», τονίζει, εκφράζοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης στις συμμαχίες και τις σκοπιμότητες των μεγάλων δυνάμεων.
«Κανένας λόγος να πολεμήσω»
Τέλος, ένας νέος πολίτης επιχειρεί τη σύνδεση της άμυνας της χώρας με την εσωτερική της λειτουργία και το κατά πόσο ως οργανισμός φροντίζει τους πολίτες της: «Η άποψή μου γενικά είναι ότι δεν έχω κανένα λόγο να πολεμήσω για μια χώρα η οποία λειτουργεί με τον τρόπο τον οποίο λειτουργεί απέναντι στους πολίτες της και θεωρώ ανούσιο να πρέπει εγώ να πολεμήσω για κάποιους ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους. Άρα, με απλά λόγια, εγώ θα έλεγα ‘όχι’», καταλήγει, θέτοντας το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης ως προϋπόθεση για την εθνική συστράτευση.
