Добавить новость
smi24.net
World News in Greek
Март
2026
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

H ΕΕ μένει πίσω στην κούρσα της τεχνολογίας – Ο κατακερματισμός στραγγαλίζει τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες

0
Ta Nea 

Ο ευρωπαϊκός τηλεπικοινωνιακός κλάδος βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά όλο και πιο έντονα για στρατηγική αυτονομία, ψηφιακή κυριαρχία και τεχνολογική ανεξαρτησία, οι ίδιες οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες της ηπείρου μοιάζουν να έχουν όλο και λιγότερο χώρο να αναπνεύσουν. Ο μεγάλος εχθρός δεν είναι μόνο ο διεθνής ανταγωνισμός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Είναι και η ίδια η δομή της ευρωπαϊκής αγοράς, που παραμένει υπερβολικά κατακερματισμένη, με αποτέλεσμα να διαβρώνει τα περιθώρια κέρδους, να περιορίζει τις επενδύσεις και να αποδυναμώνει την ικανότητα του κλάδου να παρακολουθήσει την τεχνολογική πρωτοπορία.

Η ευρωπαϊκή αγορά τηλεπικοινωνιών εξακολουθεί να λειτουργεί με μια λογική που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1990, όταν η βασική προτεραιότητα ήταν να σπάσουν τα κρατικά μονοπώλια και να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός. Εκείνη η στρατηγική πέτυχε σε σημαντικό βαθμό: οι καταναλωτές ωφελήθηκαν από χαμηλότερες τιμές και περισσότερες επιλογές. Τρεις δεκαετίες αργότερα όμως, το ίδιο μοντέλο δείχνει να παράγει τις αντίθετες παρενέργειες. Η υπερβολική πολυδιάσπαση των αγορών δεν επιτρέπει τη δημιουργία ισχυρών παικτών με μέγεθος, ρευστότητα και επενδυτική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη των ανταγωνιστών τους στην Αμερική ή στην Ασία.

Αυτό αποτυπώνεται και στους βασικούς δείκτες. Τα έσοδα ανά πελάτη στην Ευρώπη παραμένουν αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με άλλες προηγμένες αγορές, ενώ και η επένδυση ανά κάτοικο υπολείπεται σημαντικά των επιπέδων που καταγράφονται στις ΗΠΑ, στην Ιαπωνία ή στη Νότια Κορέα. Με απλά λόγια, οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες καλούνται να χτίσουν τα δίκτυα του μέλλοντος με λιγότερα χρήματα και σε πολύ πιο σφιχτό ρυθμιστικό πλαίσιο.

Το πρόβλημα της κλίμακας είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό. Στην Ευρώπη εξακολουθούν να λειτουργούν δεκάδες πάροχοι κινητής και σταθερής τηλεφωνίας με σημαντικό αποτύπωμα, τη στιγμή που στις ΗΠΑ ή στην Κίνα η αγορά είναι πολύ πιο συγκεντρωμένη. Αυτό σημαίνει ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια διασπώνται, οι αποδόσεις μειώνονται και η δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων σε 5G, μελλοντικά σε 6G, σε οπτικές ίνες, σε cloud υποδομές και σε κυβερνοασφάλεια γίνεται όλο και πιο περιορισμένη.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις ίδιες τις εταιρείες. Όταν οι τηλεπικοινωνίες υστερούν, υστερεί συνολικά η οικονομία. Οι υποδομές συνδεσιμότητας είναι ο σκελετός πάνω στον οποίο χτίζονται οι ψηφιακές υπηρεσίες, η βιομηχανική καινοτομία, η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση, οι έξυπνες μεταφορές και η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αν οι ευρωπαϊκές εταιρείες λειτουργούν σε δίκτυα ακριβότερα, πιο αργά ή λιγότερο προηγμένα από εκείνα των διεθνών ανταγωνιστών τους, τότε το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο κλάδος αλλά και η ευρύτερη οικονομία, η αγορά εργασίας και τελικά η ποιότητα ζωής των πολιτών.

Σε αυτό το ήδη βεβαρημένο περιβάλλον προστίθεται τώρα και ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό μέτωπο: η αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής κυβερνοασφάλειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί αναθεώρηση του πλαισίου που θα επιτρέψει ουσιαστικά τον αποκλεισμό προμηθευτών υψηλού ρίσκου από κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται κυρίως κινεζικοί όμιλοι όπως η Huawei και η ZTE, τους οποίους αρκετές ευρωπαϊκές αγορές έχουν ήδη περιορίσει, χωρίς όμως να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα πλήρως δεσμευτικό και ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η λογική των Βρυξελλών είναι σαφής. Σε μια εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας, η ασφάλεια των δικτύων δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύον ζήτημα. Η ΕΕ επιδιώκει να στείλει το μήνυμα ότι δεν θέλει να εξαρτάται από τεχνολογικούς προμηθευτές που βρίσκονται σε νομικά και πολιτικά περιβάλλοντα ασύμβατα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα διαφάνειας, δημοκρατικού ελέγχου και προστασίας δεδομένων. Υπό αυτή την έννοια, η σκληρότερη στάση απέναντι σε «υψηλού κινδύνου» παρόχους αποτελεί μια πράξη ψηφιακής κυριαρχίας.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική έχει βαρύ κόστος. Οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες θα χρειαστεί να αντικαταστήσουν εξοπλισμό, να επιταχύνουν μεταναστεύσεις δικτύων, να ανασχεδιάσουν αρχιτεκτονικές, να αναθεωρήσουν επενδυτικά πλάνα και να απορροφήσουν σημαντικές δαπάνες μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Για έναν κλάδο που ήδη αντιμετωπίζει πιεσμένους ισολογισμούς, η επιβάρυνση αυτή μπορεί να αποδειχθεί δυσβάσταχτη.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγάλη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Ένωση ζητά από τις τηλεπικοινωνίες να γίνουν μοχλός στρατηγικής αυτονομίας, να επενδύσουν πιο γρήγορα, να αναπτύξουν ασφαλέστερα δίκτυα, να προετοιμαστούν για το 6G και να στηρίξουν την ψηφιακή μετάβαση της ηπείρου. Από την άλλη, ο ίδιος ο ρυθμιστικός και ανταγωνιστικός σχεδιασμός της αγοράς αφήνει τις εταιρείες χωρίς το απαιτούμενο οξυγόνο για να σηκώσουν αυτό το βάρος.

Η συζήτηση που άνοιξε στο Mobile World Congress και σε άλλα ευρωπαϊκά φόρα κινείται πλέον προς μία κατεύθυνση: χωρίς συγκέντρωση, χωρίς ευνοϊκότερη στάση απέναντι σε συγχωνεύσεις και χωρίς ένα πιο λογικό κανονιστικό περιβάλλον, η Ευρώπη δύσκολα θα αποκτήσει τηλεπικοινωνιακούς πρωταθλητές ικανούς να ανταγωνιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ανάγκη δεν είναι να εξαφανιστεί ο ανταγωνισμός, αλλά να δημιουργηθούν ισχυρότεροι όμιλοι με ευρωπαϊκό αποτύπωμα, επενδυτική ευχέρεια και πραγματική ικανότητα να χρηματοδοτούν καινοτομία.

Υπάρχουν και άλλα ανοιχτά μέτωπα. Οι δημοπρασίες φάσματος εξακολουθούν να γίνονται σε εθνικό επίπεδο, με διαφορετικούς όρους, χρονισμούς και κόστη, κάτι που δυσκολεύει τη διασυνοριακή στρατηγική των ομίλων. Στα σταθερά δίκτυα, το κόστος ανάπτυξης οπτικών ινών παραμένει τεράστιο, κυρίως λόγω έργων πολιτικού μηχανικού και τοπικών γραφειοκρατικών εμποδίων. Την ίδια στιγμή, οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι καταγγέλλουν ότι λειτουργούν υπό αυστηρότερες υποχρεώσεις από άλλες ψηφιακές πλατφόρμες που προσφέρουν αντίστοιχες υπηρεσίες επικοινωνίας ή διανομής περιεχομένου χωρίς να φέρουν τα ίδια βάρη.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιος προμηθευτής θα αποκλειστεί ή ποια τεχνολογία θα επικρατήσει. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θέλει πραγματικά να αποκτήσει ψηφιακή κυριαρχία και, αν ναι, αν είναι διατεθειμένη να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού ώστε αυτό να είναι εφικτό. Γιατί η κυριαρχία δεν χτίζεται με διακηρύξεις, αλλά με κεφάλαια, βιομηχανική βάση, ικανότητα εκτέλεσης και ισχυρές επιχειρήσεις.

Ακόμη κι έτσι, η απάντηση δεν είναι απλή. Η απομάκρυνση κινεζικού εξοπλισμού μπορεί να μειώσει ορισμένους κινδύνους, αλλά δεν εξαλείφει αυτόματα την εξάρτηση. Αντίθετα, μπορεί απλώς να τη μεταφέρει σε άλλους μη ευρωπαϊκούς παρόχους, κυρίως αμερικανικούς ή σε περιορισμένο αριθμό ευρωπαϊκών κατασκευαστών. Η εξάρτηση δεν αφορά μόνο το ποιος κατασκευάζει ένα σύστημα, αλλά ποιος το συντηρεί, ποιος το αναβαθμίζει, ποιος ελέγχει τον κύκλο ζωής του και ποιος κατέχει κρίσιμους ημιαγωγούς, λογισμικό και υποδομές cloud.

Γι’ αυτό και η αληθινή ευρωπαϊκή απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο αμυντική. Δεν αρκεί να αποκλείεις προμηθευτές. Πρέπει ταυτόχρονα να δημιουργείς εναλλακτικές, να ενισχύεις την ευρωπαϊκή βιομηχανία, να προωθείς ανοικτά πρότυπα, πολυπρομηθευτικές αρχιτεκτονικές, διαλειτουργικότητα και σχέδια μετάβασης που δεν θα τινάξουν στον αέρα τους ισολογισμούς των παρόχων.

Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων ετών θα είναι ακριβώς αυτό: αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα καταφέρει να συνδυάσει ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα και επενδυτική ισχύ. Αν όχι, κινδυνεύει να βρεθεί σε μια παράδοξη θέση: να μιλά για τεχνολογική ανεξαρτησία, ενώ ο κλάδος που θα έπρεπε να τη στηρίξει θα παραμένει οικονομικά αποδυναμωμένος, κατακερματισμένος και ανήμπορος να τρέξει στην πρώτη γραμμή της καινοτομίας.















Музыкальные новости






















СМИ24.net — правдивые новости, непрерывно 24/7 на русском языке с ежеминутным обновлением *