Δεκαπενταύγουστος: η εορτή της μνήμης ενός θανάτου
Η μεγαλύτερη θερινή γιορτή των Ελλήνων, αν θελήσουμε να μιλήσουμε κυριολεκτικά, είναι η ανάμνηση ενός θανάτου, για τον οποίο, μάλιστα, τα Ευαγγέλια δεν παρέχουν καμία συγκεκριμένη πληροφορία. Η Καινή Διαθήκη καλύπτει το πρόσωπο της Μαρίας, της μητέρας του Ιησού, μ’ ένα πέπλο σιωπής μετά τα πρώτα βήματα της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζουμε πότε ή με ποιον τρόπο τελείωσε η ζωή της. Οι χριστιανικές κοινότητες των επόμενων αιώνων κάλυψαν αυτό το κενό με διάφορες αφηγήσεις, και η μνήμη του τέλους της έγινε τελικά μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του χριστιανικού κόσμου. Ομως, αυτό που ίσως να έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον σήμερα δεν είναι τόσο η ιστορία της εορτής όσο ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται για κάτι που η εποχή μας δυσκολεύεται ακόμα και να ονομάσει: τον θάνατo.
Ακόμη και ο όρος «Κοίμηση» συνιστά ένα εύγλωττο παράδειγμα καθώς δεν σηματοδοτεί κάποιου είδους άρνηση το γεγονός του θανάτου, αλλά ένταξή του σε μια διαφορετική κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η χριστιανική γλώσσα δεν θέλει να πει ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει, αλλά να διακηρύξει ότι ο θάνατος δεν εξαντλεί το νόημα της ανθρώπινης ζωής. Γι’ αυτό και η εορτή της Παναγίας μπορεί να τοποθετεί στο κέντρο της μια απώλεια και ταυτόχρονα να παραμένει γιορτή.
Το παράδοξο αυτό γίνεται περισσότερο ορατό αν κοιτάξει κανείς γύρω του. Ζούμε σ’ έναν πολιτισμό που μιλά αδιάκοπα για τη ζωή και ελάχιστα για το τέλος της. Η μακροζωία έχει γίνει υπόσχεση και η νεότητα σχεδόν ηθική υποχρέωση. Μετράμε βήματα, θερμίδες, ώρες ύπνου, βιολογικούς δείκτες κι αναζητούμε τρόπους να καθυστερήσουμε τη φθορά. Συμπεριφερόμαστε σαν ο θάνατος να είναι ένα ακόμη τεχνικό πρόβλημα που η επιστήμη θα κατορθώσει κάποτε να επιλύσει. Την ίδια στιγμή, έχουμε απομακρύνει τον ίδιο τον θάνατο από την καθημερινή μας εμπειρία. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πεθαίνουν πια στο σπίτι τους, ανάμεσα σε οικεία πρόσωπα και πράγματα, αλλά σ’ έναν θεσμοποιημένο χώρο φροντίδας. Το πένθος γίνεται ολοένα πιο ιδιωτικό και συχνά πρέπει να ολοκληρωθεί γρήγορα, ώστε η κανονικότητα να αποκατασταθεί.
Οι θρησκευτικές τελετουργίες λειτουργούσαν επί αιώνες και ως δημόσιος τρόπος έκφρασης και διαχείρισης του πένθους. Το μοιρολόι, η αγρυπνία, η κηδεία, τα μνημόσυνα δεν εξαφάνιζαν την οδύνη των πενθούντων, αλλά της έδιναν χρόνο για να απαλυνθεί και εκφραστικά μέσα για να εκδηλωθεί. Η νεωτερικότητα δεν κατάργησε ασφαλώς το πένθος· συχνά όμως το μετέτρεψε σε υπόθεση του ιδιωτικού εαυτού, που καλείται να «διαχειριστεί» την απώλεια και να επιστρέψει ξανά λειτουργικός στην καθημερινότητα. Δεν είναι απαραίτητο, βέβαια, να εξιδανικεύονται οι παλαιότερες κοινωνίες, καθώς η μεγαλύτερη οικειότητά τους με τον θάνατο συχνά προέκυπτε από την υψηλή παιδική θνησιμότητα, τις επιδημίες, τους πολέμους και γενικά όλες εκείνες τις μορφές οδύνης που ο σύγχρονος κόσμος δικαίως επιδίωξε να εξαλείψει. Ωστόσο, η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνοδεύτηκαν ενδεχομένως από την απώλεια ενός μέρους της γλώσσας που επέτρεπε στους ανθρώπους να εντάσσουν την απώλεια σε μια συλλογική εμπειρία.
Σε αυτό το σημείο, ο Δεκαπενταύγουστος αναδεικνύει μια παράδοξη μορφή αντίστασης. Στην καρδιά του καλοκαιριού, όταν παντού κυριαρχούν οι ποικίλες αναφορές στο σώμα, τις διακοπές και την ανεμελιά, η κοινωνία εξακολουθεί συνειδητά ή ασυνείδητα να συγκεντρώνεται γύρω από τη μνήμη μιας Κοίμησης. Η θρησκευτική πίστη προσδίδει στη γιορτή το δικό της ιδιαίτερο νόημα.
Ωστόσο, ακόμη και για όσους βρίσκονται εκτός αυτής της πίστης, η εορτή λειτουργεί ως πολιτισμική υπενθύμιση ότι επί αιώνες οι άνθρωποι δεν επιδίωκαν μόνο να νικήσουν ή να καθυστερήσουν τον θάνατο, αλλά και να του προσδώσουν ένα νόημα. Ισως για αυτόν τον λόγο η σημαντικότερη εορτή του ελληνικού καλοκαιριού διατηρεί στο υπόβαθρό της την ανάμνηση ενός θανάτου. Δεν πρόκειται για υποτίμηση της αξίας της ζωής, αλλά για άρνηση της αποδοχής ότι αυτή η αξία εξαρτάται από την ψευδαίσθηση της αέναης διάρκειάς της.
Ο Νίκος Κουρεμένος είναι διδάσκων Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
