Θαλάσσια πάρκα: Η τουρκική έκδοση
Η Ελλάδα και η Τουρκία μοιράζονται ένα σοβαρό πρόβλημα: είναι δυο χώρες που βρέχονται από την ίδια θάλασσα και δεν έχουν ακόμη αποφασίσει πού ξεκινά η μία και πού τελειώνει η άλλη. Για λόγους πρακτικούς και μέχρι να υπάρξει συμφωνία οριοθέτησης, η Ελλάδα ανακοίνωσε με τον νόμο 4001/2011, τον νόμο Μανιάτη, ότι θα θεωρεί πως η υφαλοκρηπίδα (την οποία διαθέτει ως απότοκο της κρατικής της υπόστασης ipso facto και ab initio, αλλά πρέπει να προκηρύξει το εύρος της) και μια πιθανή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (την οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να προκηρύξει) εκτείνονται ως τη μέση γραμμή από τις γραμμές βάσης των αντικείμενων ακτών.
Η ρύθμιση αυτή, η οποία αποτυπώνει προσδοκία κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά όχι κυριαρχικά δικαιώματα, περιλαμβάνεται και στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, που υπέβαλε η χώρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως όφειλε – και μάλιστα με καθυστέρηση και υπό την απειλή καταδίκης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα θαλάσσια πάρκα, η διαδικασία κήρυξης των οποίων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, εντάσσονται στην ίδια προσπάθεια, ρυθμίζοντας χρήσεις του θαλασσίου χώρου εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Η συμπερίληψη του συμπλέγματος της Κινάρου και της Λέβιθας καθώς και των βραχονησίδων Μαύρα και Γλάρος, που θεωρούνται από την Τουρκία «γκρίζες ζώνες», ήταν η αυτονόητη προστασία της Ελληνικής Δημοκρατίας απέναντι στην αμφισβήτηση της εθνικής της κυριαρχίας επ’ αυτών.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι η Τουρκία κινείται με προσεκτικά βήματα προκειμένου σταδιακά να ανατρέψει το υφιστάμενο καθεστώς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, επεκτεινόμενη στην ανοικτή θάλασσα πέραν των οριοθετημένων περιοχών εθνικής δικαιοδοσίας.
Το θαλάσσιο πάρκο που δημιουργείται με προεδρικό διάταγμα στο Βόρειο Αιγαίο περιβάλλει την Ιμβρο και αναπτύσσει έναν δάκτυλο ως τη μέση γραμμή ανάμεσα στα ηπειρωτικά εδάφη της Ελλάδας και της Τουρκίας, αγνοώντας τις θαλάσσιες ζώνες των νησιών κατά την πάγια τουρκική λογική.
Δύο είναι τα μείζονα αποτελέσματα της προβολής αυτής: Πρώτον, διασπάται η συνέχεια των ελληνικών νησιών ανάμεσα στη Σαμοθράκη και τη Λήμνο, αν και λαμβάνεται υπόψη η νησίδα Ζουράφα ανατολικά της Σαμοθράκης, και, δεύτερον, δημιουργείται μια ζώνη προστασίας στην έξοδο των Δαρδανελλίων, ακριβώς στο τμήμα του Αιγαίου που διαθέτει την καλύτερη προοπτική παραγωγής αιολικής ενέργειας – δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι αναγγέλλεται ήδη η εγκαθίδρυση φάρμας ανεμογεννητριών στην ίδια περιοχή ως τμήμα της πολιτικής ενεργειακής μετάβασης της γείτονος.
Η ίδια λογική διατρέχει και την προκήρυξη του θαλασσίου πάρκου στη Μεσόγειο, που καλύπτει σχεδόν το σύνολο της απόστασης από τη Ρόδο ως την Κύπρο, περιβάλλοντας και αποκόπτοντας το Καστελλόριζο από τον εθνικό κορμό. Καθόλου τυχαία, από την περιοχή αυτή θα περάσει και το ηλεκτρικό καλώδιο που θα συνδέσει την Κύπρο με το ευρωπαϊκό δίκτυο ενέργειας από τη μια πλευρά και το Ισραήλ από την άλλη.
Και στις δύο περιπτώσεις, η επέκταση σε μη οριοθετημένες περιοχές, οι οποίες βρίσκονται ξεκάθαρα εκτός των χωρικών υδάτων κάθε χώρας, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα πρώτο στάδιο άσκησης κρατικής κυριαρχίας με την ηπιότερη μορφή προστατευόμενων περιοχών στην ανοικτή θάλασσα – μόνο που κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται ούτε από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία η Τουρκία δεν έχει υπογράψει και επικυρώσει, αλλά ούτε και από το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς ότι το επόμενο βήμα θα ήταν η προκήρυξη ΑΟΖ στις περιοχές αυτές, με πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα για την Τουρκία σε μια τεράστια περιοχή στη Μεσόγειο.
Το μεγάλο πρόβλημα, βέβαια, πέρα από την προφανή περιγραφή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, είναι ότι ο ελληνικός θαλάσσιος χώρος είναι ταυτόχρονα και ευρωπαϊκός θαλάσσιος χώρος και οι ενεργειακές υποδομές που απειλούνται με ματαίωση: υπεράκτιες ανεμογεννήτριες στο Βόρειο Αιγαίο και η ηλεκτρική διασύνδεση στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι έργα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα, για άλλη μια φορά, καλείται να υπερασπιστεί την ευρωπαϊκή πατρίδα.
